Translate

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

“Νέος και αβοήθητος στο δρόμο, δε θα ζητούσα ένα ψωμί. Θα ζητούσα μισό ψωμί και ένα βιβλίο.” Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα…
O Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος, το 1898, στην Ανδαλουσία. Ο πατέρας του ήταν αγρότης κι η μητέρα του δασκάλα πιάνου, προσφέροντας τα πρώτα μαθήματα και στον ίδιο τον Λόρκα. Φοίτησε σε σχολείο Ιησουϊτών στη Γρανάδα και μετά από πιέσεις του πατέρα του, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, την οποίαν όμως εγκατέλειψε σύντομα, για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική. Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη. Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενοράσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.
«Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν».
Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη.Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.
Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.
Παρόλα αυτά, ένα είναι σίγουρο. Ο τραγικός και πρόωρος θάνατος του μεγάλου αυτού συγγραφέα και ποιητή, αλλά και το σπουδαίο έργο που άφησε πίσω του, έκαναν το έργο του πολύ γρήγορα γνωστό. Τα ποιήματά του έγιναν σύμβολο αντίστασης στο φασισμό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το έργο του έγινε ιδιαίτερα γνωστό και στην Ελλάδα. Μεταφράστηκε από πολλούς και άξιους συγγραφείς (Γκάτσο, Ελύτη) και μελοποιήθηκε από τους σημαντικότερους συνθέτες (Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο). Η ποίηση του Λόρκα δεν έπαψε ποτέ να συγκινεί και να διαβάζεται γιατί είναι μια ποίηση αληθινή. Το έργο του κυκλοφόρησε ελεύθερα στην πατρίδα του το 1975, αφού πέθανε ο Φράνκο. Όπως και να’ χει όμως, ο θάνατός του έριξε μια σκιά στα σύγχρονα ισπανικά γράμματα.
Το μεγάλο μυστήριο όμως είναι μέχρι και σήμερα το σημείο ταφής του. Οι προσπάθειες να αποκαλυφθεί ο τάφος του Λόρκα παραμένουν άκαρπες. Η ίδια η οικογένεια του ποιητή εμποδίζει τις ανασκαφές για να μην «ξυθούν» παλιές πληγές. Δεν είναι λίγοι όμως αυτοί που ισχυρίζονται ότι εκείνοι που παρέδωσαν τον ποιητή στους φαλαγγίτες προέρχονταν από τη συντηρητική οικογένεια του πατέρα του. Η μοναδική ανασκαφή για τα λείψανα του Λόρκα έγινε το 2009 και ήταν αποτυχημένη. Μέλη της ομάδας αναγκάστηκαν να υπογράψουν συμβόλαιο εχεμύθειας που τους επέβαλαν τα ανίψια του Λόρκα ώστε να μη μάθει κανείς πού έσκαβαν. Από τότε δεν έγινε καμία άλλη προσπάθεια για τον εντοπισμό του τάφου και η τοπική κυβέρνηση δέχθηκε σφοδρές επικρίσεις επειδή χρηματοδότησε την ανασκαφή. «Δεν θέλαμε ο φόνος του να θεωρηθεί ένα έγκλημα πάθους, αλλά να παραμείνει πολιτικό έγκλημα. Ήταν δύσκολο για τον πατέρα μου να αποδεχθεί τη σεξουαλική ταυτότητα του θείου μου», δήλωσε πρόσφατα η Λάουρα Γκαρθία Λόρκα, κόρη του αδερφού του ποιητή.
Το παράπονο του ίδιου του Λόρκα;
«Έπειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες…αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Όχι. Ποτέ δε με βρήκαν.» (από τον Ποιητή στη Νέα Υόρκη).
Μια μεγαλοφυΐα που μέχρι και σήμερα παραμένουν ανεξερεύνητα τα πραγματικά αίτια του θανάτου του. Στις 19 Αυγούστου του 1936 εκτελέστηκε από τους εθνικιστές του Φράνκο ο σπουδαίος Ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. 'Επεσε νεκρός από τα πυρά των στρατιωτών του Φράνκο. Δύο ημέρες πριν οι φαλαγγίτες τον συνέλαβαν στη Γρανάδα. Το πρωί της 19ης τον πυροβόλησαν στο Βιθνάρ. Έτσι έκλεισε ο σύντομος κύκλος της ζωής ενός εκ των μεγαλύτερων ποιητών του αιώνα μας. Ήταν 38 ετών και η χώρα του βίωνε τις πρώτες μέρες του Εμφυλίου Πολέμου, που κράτησε ως το 1939. Έργα του, όπως το Σπίτι της Μπερνάντα ΆλμπαΓέρμα καιΜατωμένος Γάμος έχουν κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση κι έχουν ανέβει επανειλημμένα και στη χώρα μας. Το μείζον ποιητικό του έργο Ρομανθέρο Χιτάνο (Ρομανσέρο Γκιτάνο, όπως είναι γνωστό στα ελληνικά) έχει μεταφρασθεί (εν μέρει) από τον Οδυσσέα Ελύτη και έχει μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ο τάφος του Λόρκα δεν βρέθηκε ποτέ και αποτελεί ένα μυστήριο μέχρι σήμερα. Πολλοί ερευνητές υποθέτουν ότι πρέπει να είναι θαμμένος στον τόπο της εκτέλεσής του στα περίχωρα της Γρανάδας. Οι μέχρι τώρα ανασκαφές δεν έχουν αποδώσει. Στα τέλη του 2008 ο γνωστός Ισπανός δικαστής Μπαλτάθαρ Γκαρθόν άνοιξε το φάκελο Λόρκα και προχώρησε στις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για τη διαλεύκανση της δολοφονίας του.
Άλλωστε έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες για τα κίνητρα που όπλισαν το χέρι των εκτελεστών του. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Λόρκα δολοφονήθηκε από φαλαγγίτες του Φράνκο, που δεν του συγχώρησαν τη συμπόρευσή του με το κυβερνόν Λαϊκό Μέτωπο (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί).
Στον αντίποδα, έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι τα κίνητρα της εκτέλεσής του μπορεί να μην ήταν αμιγώς πολιτικά. Η δεδηλωμένη ομοφυλοφιλία του είχε ενοχλήσει πολλούς στη συντηρητική Ανδαλουσία και περισσότερο κάποιους συγγενείς του, που επιζητούσαν ένα τρόπο να ξεπλύνουν το οικογενειακό όνειδος. Όσοι ακολουθούν αυτή τη θεωρία στηρίζουν την άποψή τους και στο γεγονός ότι ο Λόρκα δεν είχε κομματικές συμπάθειες και διατηρούσε φιλίες με πρόσωπα και από τις δύο παρατάξεις, όπως με τον αρχηγό των φαλαγγιτών Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, με τον οποίο συνήθιζε να γευματίζει κάθε Παρασκευή.
Φέτος συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια απουσίας του Λόρκα και δέκα του Ελύτη, κι αυτή η διπλή επέτειος μνήμης μάς δίνει το έναυσμα να ξαναδούμε τους δύο ποιητές μέσα από ένα αντικαθρέφτισμα, στο πλαίσιο της πλατιάς απήχησης του Ισπανού συγγραφέα στη χώρα μας. Ο Λόρκα μπαίνει στη ζωή του Ελύτη πριν από την Κατοχή – ήδη το 1938, στο άρθρο-απάντηση προς τον Γιώργο Θεοτοκά γύρω από τον υπερρεαλισμό, ο Ελύτης αναφέρει τον Λόρκα ως έναν από τους ποιητές της «νέας πραγματικότητας». Σε μια συνέντευξή του στα 1942 δηλώνει: «Ο ποιητής που αυτή τη στιγμή μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, είναι ο Ισπανός Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που τον θεωρώ σαν τον σημαντικότερο λυρικό της σύγχρονης Ευρώπης».
Η αναγνώριση αυτή του Λόρκα από τον Ελύτη έρχεται σε μια εποχή όπου η ανάγκη για ανανέωση της ποίησης στην Ελλάδα είναι επιτακτική. Η συζήτηση για τον υπερρεαλισμό, που έχει αρχίσει στα χρόνια του Μεσοπολέμου, συνεχίζεται παράλληλα με το αίτημα για ελληνικότητα και στροφή προς την παράδοση. Ο Ελύτης, που λαμβάνει ενεργό μέρος στις αναζητήσεις αυτές, ανακαλύπτει στον Λόρκα ένα ελκυστικό μείγμα παράδοσης και πρωτοπορίας. Έτσι, χρησιμοποιεί κατά μια έννοια τον Λόρκα, έναν συγγραφέα που είχε ήδη αποκτήσει διεθνή φήμη, για να εισαγάγει ομαλότερα και να νομιμοποιήσει έναν «μεσογειακό υπερρεαλισμό» στην Ελλάδα.
Ο Λόρκα θα συντροφεύει για πάντα τον ποιητή του Αιγαίου, ο οποίος με τη σειρά του θα βρίσκει συνεχώς νέους τρόπους να πλησιάζει και να συνομιλεί με τον ποιητή της Ανδαλουσίας. Ο Ελύτης μιλάει για τον Λόρκα και με τον Λόρκα στα πεζά, τις συνεντεύξεις και τα άρθρα του, και βεβαίως στο ίδιο το ποιητικό έργο του, όπου μπορεί κανείς να βρει δημιουργικά αφομοιωμένα στοιχεία από το έργο του ομοτέχνου του. Αναμφίβολα, μαγεύεται. Μέσα από τους στίχους του Λόρκα, ο Ελύτης ανακαλύπτει ήχους και συνδυασμούς πρωτάκουστους, και συνωμοτεί με τον Νίκο Γκάτσο στην απαγγελία στίχων στα ισπανικά, όπως εκείνων των διάσημων στίχων από τη «Romance de la Guardia Civil Española (Ρομάντσα της Ισπανικής Χωροφυλακής)»:
Cuando llega la noche,           Όταν έφτανε η νύχτα
noche que noche nochera,     νύχτα, νυχτιάτικη νύχτα,
los gitanos en sus fraguas      Οι τσιγγάνοι στο εργαστήρι
forjaban soles y flechas.         χάλκευαν ήλιους και βέλη.
[…]
El viento vuelve desnudo         Ο άνεμος στρίβει γυμνός
la esquina de la sorpresa,       τη γωνία της έκπληξης,
en la noche platinoche,           Μες στην ασημένια νύχτα
noche que noche nochera.     νύχτα, νυχτιάτικη νύχτα. [1]
Και από τη «Romance Sonámbulo (Παραλογή του Μισοΰπνου)»:
Verde que te quiero verde        Πράσινο που μ‘ αρέσεις πράσινο,
Verde viento. Verdes ramas.    Πράσινος άνεμος, πράσινα κλαδιά. [2]
Πέρα όμως από τη μαγεία των λέξεων και των συνδυασμών τους, ο Ελύτης αναγνωρίζει και στοιχεία του ποιητικού πιστεύω του στα έργα του Λόρκα. Γράφει ένα ενθουσιώδες άρθρο, το πρώτο που παρουσιάζει εκτενώς τον Λόρκα στους Έλληνες αναγνώστες, το οποίο δημοσιεύεται στο περιοδικό Τετράδιο (αρ. 1, 1945). Σ’ αυτό το άρθρο τονίζονται συγκεκριμένα στοιχεία από το έργο του Λόρκα που ταιριάζουν επίσης στη δική του ποιητική ιδιοσυγκρασία: έρωτας, μυστήριο, σελήνη, όνειρο, παράδοση, λαϊκότητα, φύση, Μεσόγειος.
Τρία χρόνια αργότερα, ο Ελύτης μεταφράζει Λόρκα. Οι μεταφράσεις του παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διάδοση και την πρόσληψη του ποιητικού έργου του Λόρκα στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως ο Ελύτης είναι ο μεταφραστής που κάνει ευρύτερα γνωστό τον ποιητή Λόρκα, ενώ ακριβώς την ίδια εποχή ο Γκάτσος συστήνει στους Έλληνες τον δραματουργό Λόρκα. Βεβαίως, έχουν ήδη προηγηθεί σημαντικές μεταφράσεις μεμονωμένων ποιημάτων του Λόρκα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, όπως εκείνες των Νίκου Καζαντζάκη, Μήτσου Παπανικολάου, Νίκου Γκάτσου, Κλείτου Κύρου και Τάκη Βαρβιτσιώτη. Ο Ελύτης όμως, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του στη Νέα Εστία, ένα καθιερωμένο και «μετριοπαθές» λογοτεχνικό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας, εισαγάγει τον Λόρκα από την κύρια είσοδο και πετυχαίνει να διαδώσει την ποίησή του σ’ ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους μεταφραστές, δεν δημοσιεύει ένα μεμονωμένο ποίημα ή έστω κάποια ποιήματα προερχόμενα από διαφορετικές συλλογές αλλά, συγκεκριμένα, επτά ποιήματα από το RomanceroGitano. Ως εκ τούτου παρουσιάζει μια ενιαία εικόνα του Λόρκα και, σε μεγάλο βαθμό, τον καθιερώνει ως ποιητή συνδεδεμένο με την παράδοση και τη λαϊκότητα.
Στις μεταφράσεις του ο Ελύτης χρησιμοποιεί συχνά τον οκτασύλλαβο, παραμένοντας πιστός στο μέτρο των ισπανικών romances, αλλά και σ’ εκείνο πολλών ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο όσο και τεχνικές από την ελληνική δημοτική παράδοση, επίσης αντλώντας από τον Σολωμό, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη, ελληνοποιεί τον Λόρκα αφαιρώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία εκείνα που θεωρεί πως θα ξενίσουν τους Ελληνες αναγνώστες, όπως κάποια ισπανικά τοπωνύμια ή αναφορές σε Καθολικά έθιμα και πρακτικές.
Τις συγκεκριμένες μεταφράσεις τις επανεκδίδει στη συλλογή Δεύτερη Γραφή, ενώ τις ξαναδουλεύει για τα Ρω του Έρωτα, ως στίχους τραγουδιών που έμελλε να μελοποιηθούν από τον Μίκη Θεοδωράκη και να ηχογραφηθούν για πρώτη φορά στο εξωτερικό, στη διάρκεια της Δικτατορίας. Με τις γνωστές σε όλους μας μελοποιήσεις, η ποίηση του Λόρκα θα απλωθεί σε ακόμη πλατύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ο Ελύτης επιλέγει να μεταφράσει ποιήματα που ήταν συμβατά με τη δική του ιδιοσυγκρασία και θεματική. Γι’ αυτό και δεν μεταφράζει ποιήματα από το Romanceroπου αναφέρονται σε Βιβλικά θέματα ή εμπεριέχουν βίαιες εικόνες, όπως οι τρεις ιστορικές μπαλάντες «Thamar y Amnón», «Burla de don Pedro a caballo», «El martirio de Santa Olalla». Όπως επίσης, σταΡω του Έρωτα αφήνει έξω τη βία, τον θάνατο, τις σκοτεινές εικόνες αλλά και κάποια από τα ισπανικά ονόματα.
Τόσο ο Λόρκα όσο και ο Ελύτης αποδοκιμάζουν τον συντηρητισμό και την καταπίεση των αισθήσεων. Για τον Λόρκα, ο έρωτας είναι συνήθως ανικανοποίητος, βασανιστικός και καταστρεπτικός: Εl amor que no pudo ser. Ενώ για τον Ελύτη, ο έρωτας είναι συνήθως μια απελευθερωτική και λυτρωτική δύναμη. Ο ποιητής υμνεί πάνω απ’ όλα τις χαρές του έρωτα κι όχι τη στέρησή του. Έτσι, τις περισσότερες φορές, ο Ελύτης παραλείπει τους μαύρους ήχους (los sonidos negros), την αγωνία και τον αγώνα του Λόρκα για τον έρωτα και τον θάνατο, με καταβολές στην ισπανική του ψυχοσύνθεση αλλά και στην ομοφυλοφιλία του.
Αμφότεροι πάντως δίνουν έμφαση στην προφορικότητα και την εικόνα, την οπτικότητα, καθώς όλα αυτά σχετίζεται ασφαλώς με την ενασχόλησή τους και την αγάπη τους για τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, τη μουσική, το θέατρο. Η φύση κατακλύζει τα ποιήματά τους -το Αιγαίο και η Ανδαλουσία γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο οι δύο ποιητές θα ξεδιπλώσουν το έργο τους. Ο Ελύτης υμνεί τον ζωοδότη κι εξαγνιστή ήλιο, ο Λόρκα τη μυστηριώδη σελήνη (που πολύ συχνά μετατρέπεται σε σύμβολο θανάτου). Ο Ελύτης αντιστέκεται στην εμμονή του Λόρκα γύρω από τον θάνατο υμνώντας τη ζωή και την ανάσταση.
Παρά τις επιμέρους διαφορές, «ο μελαψός Ανταλουσιάνος» έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία του Ελύτη. «Πηγαίο και τραγουδιστικό» τον χαρακτηρίζει, ενώ την ποίησή του την αποκαλεί «αστραφτοβόλα», «γεμάτη θέρμη και ζωντάνια». Τα νιάτα και η φρεσκάδα θέλγουν τον ποιητή του Αιγαίου που μεταμοσχεύει στο έργο του σύμβολα, εικόνες, πρόσωπα-ήρωες, λέξεις και ποιητικούς τρόπους από το έργο του Ισπανού ομότεχνού του. Αν και συστηματικότερη και εντονότερη μπορεί να θεωρηθεί η παρουσία του Λόρκα στα ποιήματα Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας και Το Άξιον εστί, δεν παύει να είναι ο Γραναδίνος συγγραφέας ένα διαρκές σημείο αναφοράς στην ελυτική ποίηση.
Κλείνοντας τη σύντομη αυτή αναφορά, εύκολα διαπιστώνει κανείς την επίδραση που αναμφίβολα άσκησε ο Λόρκα σε πολλούς νεοέλληνες ποιητές˙ όμως με τον Ελύτη, η σχέση αυτή παίρνει τη μορφή μιας αληθινής ποιητικής συνομιλίας. Τόσο ο Λόρκα όσο και ο Ελύτης είναι εθνικοί ποιητές μα ταυτόχρονα και παγκόσμιοι˙ ύμνησαν τη χώρα τους αλλά μίλησαν και στην οικουμενική γλώσσα της ποίησης. Αυτή η ποιητική συνομιλία επιτρέπει, τελικά, να ξαναδιαβάσουμε πιο πλούσια το έργο του Ελύτη και του Λόρκα, την ελληνική, την ισπανική και την παγκόσμια ποίηση. Την ποίηση που ο καθένας ερμήνευσε και υπηρέτησε με τον δικό του διαφορετικό, αλλά ταυτόχρονα κι ανάλογα όμοιο τρόπο. «Μην με ρωτάτε», είπε ο Λόρκα σε μια ομιλία του, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα της “μηχανικής της ποίησης”, «για το αληθινό και το ψεύτικο, γιατί η ποιητική αλήθεια είναι κάτι που αλλάζει κάθε φορά που μεταδίδεται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που είναι φως για έναν ποιητή, μπορεί να είναι ασχήμια για κάποιον άλλον, και εξάλλου, όλοι γνωρίζουμε πως την ποίηση δεν την καταλαβαίνουμε˙ την ποίηση τη δεχόμαστε. Η ποίηση δεν αναλύεται. Η ποίηση αγαπιέται. Ας μην πει κανείς “αυτό είναι σαφές”, γιατί η ποίηση είναι σκοτεινή. Ας μην πει κανείς “αυτό είναι σκοτεινό”, γιατί η ποίηση είναι διαυγής. Είναι ανάγκη να ξεχάσουμε την ποίηση, σε μια λήθη απόλυτη, για να μπορέσει αυτή να πέσει γυμνή στα χέρια μας».