Translate

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Ορατός βυθός
σμαραγδένια θάλασσα
αντανάκλαση

Σπαρμένος βυθός
κοράλια κι όστρακα
κεχριμπαρένια.

Χιλιάδες ψάρια
στα φύκια μπαινόβγαιναν
μικρά, μεγάλα.

Αγέρας θάλασσας
μουσική των κυμάτων
ανέλπιστη χαρά.

Βράδια καλοκαίρι
λάμψη, ομορφιά άστρων
σκέπη τ' ουρανού.

Τα φαναράκια
σειρές αναμμένα
στα κεφάλια μας



Αιωνόβια δέντρα
έμπλεκαν τα κλαδιά τους
απ' τα κεφάλια μας

Η λογική θα σε πάει από το Α στο Β.
Η φαντασία σε πάει παντού.
~Albert Einstein~

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Segui la tua sorte…
annaffia le tue piante,
ama le tue rose.
Il resto è l’ombra
d’alberi stranieri.
La realtà
è sempre di più o di meno
di quello che vogliamo.
Solo noi siamo sempre
uguali a noi stessi.
Dolce è vivere solo.
Grande e nobile è sempre

vivere con semplicità.
Lascia il dolore sulle are
come offerta agli dei.
Guarda la vita da lontano,
e non interrogarla mai.
Nulla essa può
dirti. La risposta
è al di là degli dei.
Ma serenamente
imita l’Olimpo
nel segreto del tuo cuore.
Gli dei sono dei
perché non si pensano.

Fernando Pessoa, Segui la tua sorte

Ακολουθήσε το πεπρωμένο σου ...
ποτίζετε τα φυτά σας,
Αγαπάτε τα τριαντάφυλλα σας.
Τα υπόλοιπα είναι σκιά
δέντρα, πραγματικότητα
Είναι πάντα περισσότερο ή λιγότερο
από ό, τι θέλουμε.
Μόνο είμαστε πάντα
ίδιοι με τον εαυτό μας.
Γλυκό είναι να ζήσει μόνη της.
Μεγάλη και ευγενής είναι πάντα
ζει απλά..

Αφήστε τον πόνο στις περιοχές
ως προσφορά στους θεούς.
Κοιτάζει τη ζωή από απόσταση,
και ποτέ δεν την αμφισβητεί.
Τίποτα δεν μπορώ να
να σας πω. Η απάντηση
είναι πέρα από τους θεούς,
αλλά ήρεμα
μιμείται τον Όλυμπο,
είναι το μυστικό της καρδιάς σας.
Οι θεοί του
δεν νομίζω.
Φερνάντο Πεσόα, Ακολουθήστε το μέρος σας

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016


Άγαλμα
'Αγαλμα είναι ό, τι«ἀγάλλει», ευχαριστεί, κάνει κάποιον χαρούμενο. Η αρχαία ελληνική λέξη ἄγαλμα είναι πολύ παλιά, ήδη ομηρική. Βγαίνει από το ρήμα ἀγάλλομαι, που σημαίνει χαίρομαι. Την συναντάμε στην ομηρική ραψωδία γ της Οδύσειας, στ. 274: πολλὰ δ᾽ ἀγάλματ᾽ ἀνῆψεν, ὑφάσματά τε χρυσόν τε. Εδώ η λέξη ἀγάλματα είναι τα αφιερώματα που δίνουν ικανοποίηση στους θεούς και τα προσφέρει ο Αίγισθος, επειδή κατάφερε αφενός να εξοντώσει τον αοιδό στον οποίο είχε αναθέσει ο Αγαμέμνων την προστασία της Κλυταιμνήστρας, όσο ο ίδιος απουσίαζε στην Τροία, και αφετέρου να πείσει τη βασίλισσα του Άργους να αποδεχθεί τον έρωτά του.
Ἄγαλμα, λοιπόν, αρχικά ό,τι χαροποιεί τον άνθρωπο. Στην ίδια οικογένεια ανήκουν και ηαγαλλίαση (=ευχαρίστηση), το αγαλλιάζω και αγαλλιώ (=ευχαριστιέμαι, χαίρομαι), το αγαλλίασμα.
Ταυτόχρονα το αρχαιοελληνικό ἄγαλμα ήταν η τιμή και η δόξα. Τα λοφία στις περικεφαλαίες των πολεμιστών λέγονται ἀγάλματα, επειδή μέσω αυτών διακρίνονται στη μάχη. Ο Πίνδαρος, Θηβαίος λυρικός και χορικός ποιητής του 6ου αιώνα, που ύμνησε αθλητές και άλλες προσωπικότητες της εποχής του, όταν διακρίνονταν σε αγώνες, ονομάζει τις ωδές του χώρας ἀγάλματα. Τα παιδιά, κατά τον τραγικό Αισχύλο, ήταν δόμων ἀγάλματα, ευχαρίστηση του σπιτιού, δηλαδή.
Γρήγορα η λέξη απέκτησε τη σημασία του έργου που σμιλεύεται προς ευχαρίστηση του θεού και έχει λατρευτικό χαρακτήρα. Το λατρευτικό άγαλμα προς τιμήν ενός θεού λεγόταν αλλιώς και ξόανον, στο οποίο σίγουρα θα αφιερώσουμε μια σελίδα στο γλωσσάρι μας. Επειδή, όμως, αυτά τα δημιουργήματα ήταν εξαιρετικής τέχνης, το ἄγαλμα περιέγραφε οποιοδήποτε γλυπτό με καλλιτεχνικό χαρακτήρα.
Έτσι και ο ἀγαλματίας ή ἀγαλμοειδής ήταν ο όμορφος και εξαιρετικά ευειδής άνδρας που έμοιαζε με άγαλμα. Το αρχαίο υποκοριστικό του αγάλματος λεγόταν ἀγαλμάτιον, το δικό μαςαγαλματάκι ή αγαλματίδιο. Μια άλλη λέξη για τον ἀγαλματοποιόν ήταν ο ἀγαλματοτυπεύς
Ας έρθουμε και στα νεοελληνικά δικά μας. Έχουμε κάθε είδους αγάλματα, χάλκινα, χρυσελεφάντινα, χρυσά, μαρμάρινα, που αναπαριστούν θεούς και ανθρώπους. Είναι τρισδιάστατα γλυπτά, ανδριάντες ή προτομές. Πολλές φορές, ο θαυμασμός μας γι' αυτά μας κάνει να μένουμε αγάλματα μπροστά τους από την έκπληξη που μας προκαλεί το κάλλος τους. Σκεφτόμαστε ότι από την ευγνωμοσύνη που νιώθουμε προς τους δημιουργούς τους θα έπρεπε να τους στήσουμε άγαλμα. Ίσως σε μια άλλη ζωή, όταν θα έχουμε ξεπεράσει όσα μας βαραίνουν σήμερα.
Ας αισιοδοξήσουμε! Έχουμε ανθρώπους γύρω μας ωραίους, αγαλματένιους με αγαλματώδη ομορφιά, που μας χαροποιεί η παρουσία τους.
Επειδή, όταν μιλάμε για άγαλμα, μάς έρχεται στο μυαλό κυρίως η περίοδος της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, αισθανόμαστε την ανάγκη να αποτίσουμε φόρο τιμής σε έναν εκπρόσωπο της νεότερης γλυπτικής, τον τηνιακό Γιαννούλη Χαλεπά (1851 – 1938), έναν άγιο άνθρωπο, που μάς άφησε, μεταξύ άλλων, την «Κοιμωμένη», που παριστάνει την Σοφία Αφεντάκη, που πέθανε νωρίς και βρίσκεται στο Πρώτο Νεκροταφείο των Αθηνών.

Συνήθως, όταν κάποιος μένει ακίνητος και ανέκφραστος λέμε ότι στέκεται σαν άγαλμα. Μια προσεκτική παρατήρηση του συγκεκριμένου δημιουργήματος και πολλών άλλων θα μας πείσει για το αντίθετο. Το λέει άλλωστε και το ποίημα του Ι. Πολέμη: «Το άγαλμα».

Άγαλμα, που το μάρμαρο ομορφαίνεις
όσες φορές στο πλάγι σου διαβώ
στην ίδια θέση ακίνητο απομένεις,
στην ίδια θέση αναίσθητο βουβό.
Οι φλέβες σου ψυχρές και δίχως αίμα,
τα χείλη στο χαμόγελο κλειστά,
τα μάτια σου δεν τα φωτίζει βλέμμα,
το στήθος σου το θάνατο βαστά.
Μα ενώ μ' αυτή την άψυχη ομορφιά σου
ούτε με νιώθεις ούτε με θωρείς,
γιατί με ευφραίνει τόσο η ομορφιά σου,
που θέλω να σε βλέπω ολημερίς;

Κι ακούστηκε η μαρμάρνη φωνή του
βγαλμένη αχνά από κάθε του πτυχή:
_Θνητέ, σε συντροφεύει του τεχνίτου
η αθάνατη κι αθώρητη ψυχή.

Neftali Ρικάρντο Ρέγιες, περισσότερο γνωστή με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα γεννήθηκε στο Parral, της 12ης Ιουλίου, 1904 και πέθανε στο Σαντιάγο στις 23 Σεπτεμβρίου 1973. Ο γιος ενός σιδηροδρομικού, σπούδασε γαλλικά για δύο χρόνια στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου Χιλή, συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική σπουδαστών.
Διορίστηκε Γενικός Πρόξενος της Χιλής στη Ρανγκούν, Βιρμανία, το 1927, Νερούδα θα συνεχίσει τις διπλωματικές την καριέρα του στην Τζακάρτα, Μαδρίτη (κατά την περίοδο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου) και το Μεξικό, όπου ήταν πρεσβευτής 1940-1942.

Εκλεγεί γερουσιαστής το 1945, παρέμεινε στην εξορία στο Παρίσι από το 1948 έως το 1952. Το 1971 διορίστηκε πάλι πρεσβευτής της Χιλής, σήμερα στο Παρίσι, και έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία.

Give me nights perfectly quiet,​ I looking up at the stars; 
Give me odorous at sunrise a garden of beautiful flowers, 
where I can walk undisturb'd; 
Give me to warble spontaneous songs, reliev'd, recluse 
by myself, for my own ears only;​
Give Me the Splendid Silent Sun."
For poets must decide at critical moments in their lives, 
in peacetime and at war, whether to retreat or engage: 
a defining feature of the human condition. 
One step back then one step forward, and vice versa, 
over and over again; in that interval lie our hopes and fears.​
  


 In spring, the green leaves grow,
Tree branches sway to and fro,
And its beauty begins to show.

                                                                                                                                                                In summer, the leaves have bloomed,
Its delicate branches are finely groomed,
And our eyes become consumed.
                                                                                                                                                                    In fall, the leaves turn brown,
Then it loses Nature’s gown,
When the leaves have fallen down.
                                                                                                                                                                    In winter, the tree seems dead,
When all it did was go to bed,
It’s just getting ready for what lies ahead
νύχτα του θέρους -
μέσ' από τα σύννεφα
τρέχ' η σελήνη.

(Ράνκο)
μεγάλη μέρα -
κουράζονται τα μάτια
με τη θάλασσα.

(Ταΐγκι)

φωνή του κούκου -
στις γέφυρες επάνω
το ξημέρωμα.
(Κικάκου)

θέλω να ξέρεις κάτι

Ξέρεις πώς είναι: 
αν κοιτάξω στα κρυστάλλινα φεγγάρι, υποκαταστήματα κόκκινο το φθινόπωρο στο παράθυρό μου, 
αν αγγίξω κοντά στη φωτιά την άχνη τέφρας 
στο στριμμένα σώμα του ξύλου, 
αυτό με οδηγεί σε σας, 
ως εάν τα πάντα που υπάρχει: 
αρώματα, φως, μέταλλα, 
ήταν λίγο σκάφη που πλέουν προς τα νησιά σας, που με περιμένουν.
Τώρα, καλά, 
σιγά-σιγά να μου αφήσει θέλουν 
'll να σταματήσει θέλουν να σας 
σιγά-σιγά.
Αν ξαφνικά με ξεχάσεις 
μην κοιτάξουμε για μένα, 
γιατί θα έχεις ξεχάσει.
Αν βίαιη και τρελό θα εξετάσει τον άνεμο πανό που περνά μέσα από τη ζωή μου 
και να αποφασίσει να με αφήσει την καρδιά περιθώρια που έχουν τις ρίζες, 
να θυμάστε 
ότι αυτή την ημέρα, 
αυτή τη στιγμή 
σηκώστε τα χέρια σας και οι ρίζες μου θα ψάχνουν για άλλη γη.
Αλλά 
αν κάθε μέρα, 
κάθε ώρα, 
νιώθεις ότι για μένα είναι μοιραίο να αδυσώπητη γλυκύτητα, 
αν κάθε μέρα να ξυπνήσω ένα λουλούδι στα χείλη σου για μένα επιδιώκουν τον ίδιο , 
μα η αγάπη μου, αχ η ζωή μου, 
μέσα μου όλα αυτά φωτιά θα αναζωπυρωθεί, 
σε μένα τίποτα δεν έχει αποσβεστεί ή ξεχαστεί, 
αγάπη μου feeds σας, αγάπησε, 
και ενώ θα ζουν 
θα είναι στα χέρια σας 
χωρίς να φύγετε από τη δική μου.
 Neruda PABLO

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.
Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
που κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι;»




Χέρμαν Έσσε, 1877-1962 (Hermann Esse)
Γερμανός μυθιστοριογράφος και λυρικός ποιητής, ο Έσσε αποτελεί μία από τις τελευταίες κλασσικές μορφές της γερμανικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1877, στην κωμόπολη Καλβ της Βυρτεμβέργης.
 Ο πατέρας του Γιοχάννες ήταν γιος ενός γιατρού από το Έστλαντ, και η μητέρα του Μαρία Γκούντερτ κόρη του δόκτορα Χέρμαν Γκούντερ.
Οι γονείς του τον προόριζαν για το ιερατικό επάγγελμα και έτσι φοίτησε σε διάφορα εκκλησιαστικά σχολεία. Αναγκάστηκε να σπουδάσει θεολογία στο Μάουλμπρον. Όμως, μετά από λίγο διάστημα έφυγε (1892), καθώς δεν μπορούσε να αντέξει, καθώς έλεγε, «τη στενότητα και την έλλειψη ανεκτικότητας αυτού του είδους αγωγής», με επακόλουθο να υποστεί επανειλημμένες ψυχικές διαταραχές και να κλειστεί κατά διαστήματα από τους γονείς του σε ψυχιατρείο. Ήταν μια δύσκολη περίοδος, καθώς «από τα 13 μου ήταν φανερό πως ήθελα να γίνω ποιητής ή τίποτα. Το 1911 ταξίδεψε στην Ινδία και η επαφή του με την ινδική φιλοσοφία αποτέλεσε σταθμό τόσο στη ζωή όσο και στη συγγραφική του πορεία. Το 1912 μετανάστευσε στην Ελβετία, διαμαρτυρόμενος για το μιλιταριστικό πνεύμα που αναπτυσσόταν στη Γερμανία. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, έγινε υπέρμαχος της ειρήνης, δίπλα στο Ρομαίν Ρολάν.
Το 1931 παντρεύτηκε τη Νινόν Ντόλμπιν (τρίτος γάμος, 1904 με τη Μαρία Μπερνούλι, 1924 με τη Ρουθ Βάγκνερ). Από το 1930 ο Ελβετός Μαικήνας Χανς Μπόντμπερ του παραχώρησε, εφ όρου ζωής, ένα σπίτι στο χωριό Ποντανιόλα στο Τεσσίνο, όπου και παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του. Στο σπίτι αυτό έγραψε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του. Το 1946 τιμήθηκε με το Βραβείο Γκαίτε και ένα χρόνο αργότερα, το 1947, με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στην Ελβετία το 1947.
Στο πρώτο του έργο
 «Πήτερ Κάμενσιντ» (1904) αντιπαραθέτει στο σύγχρονο πολιτισμό και στις αξίες των σύγχρονων ανθρώπων που «του φαίνονταν χορτάτοι, υπερβολικά ικανοποιημένοι από το βίο και την πολιτεία τους, περισσότερο απο ό,τι θα έπρεπε συμβιβασμένοι» την αξία και ομορφιά της φύσης.
Ακολουθεί το
 «Κάτω από τον τροχό» (1906) ,στο οποίο πραγματεύεται τα προβλήματα της εφηβείας και το αιώνιο πρόβλημα του διαφορετικού παιδιού που μεγαλώνει μόνο του σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Ο ήρωάς του Χανς Γκίμπενραθ, που λόγω της μεγαλοφυΐας του αναγκάζεται να ενταχθεί σε ένα αυστηρότατο κολέγιο ευφυών παιδιών, αντιδρά στην ισοπέδωση μιας αμφισβητήσιμης μηχανιστικής αγωγής. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατήσει την ιδιαιτερότητα και μοναδικότητά του, συνειδητοποιεί όμως ότι είναι αδύναμος να αντισταθεί σε ένα σύστημα που ισοπεδώνει τα πάντα. Η σύγκρουση των κυρίαρχων αξιών μιας κοινωνίας, που για να προστατέψει τη συνοχή της συντρίβει κάθε διαφορετικότητα, κορυφώνεται δραματικά με το θάνατο του ήρωα.
Στον
 «Κνουλπ» (1915), παρουσιάζει ένα πρότυπο χαρακτήρα, τον «κατεργάρη», για να δηλώσει ότι την αυθεντική ανθρώπινη ύπαρξη την εκφράζουν αυτοί που η κοινωνία τους έχει απορρίψει, ένα πρότυπο «αλήτη», περιπλανώμενου κατά την ετυμολογική έννοια της λέξης (αλώμαι = περιπλανιέμαι).
Στο
 «Ντέμιαν» (1919), έργο ψυχογραφικό, ποιητικό και φιλοσοφικό, που άσκησε μεγάλη επίδραση κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο ήρωας αναζητά την ολοκλήρωσή του, με οδηγό τον Ντέμιαν, μορφή άλλοτε θεϊκή, άλλοτε σκοτεινή, σύμβολο του αιώνιου ανθρώπου
Στο
 «Σιντάρτα» (1922), το «ινδικό παραμύθι»,  «Λύκο της στέπας»(1927). Στο «Νάρκισσο και Χρυσόστομο» (1930), που απετέλεσε τη μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία του Έσσε. Το 1932 δημοσιεύεται το «Ταξίδι στην Ανατολή.
Το
 «Παιχνίδι με τις χάντρες» (1943) αποτελεί κατά πολλούς το αριστούργημά του


Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Born in 1898 in Belgium, Rene Magritte influenced surrealist art like no one else. He attempted to show there was no mystery behind the mystery, and that there is mystery in the everyday. Magritte lived a quiet, middle-class life through which he found a great deal of inspiration. Several of his paintings depict residential areas infused with fantastical, dream-like elements, such as Golconda. He often painted men in bowler hats.